'φάνην

ἐφάνην , φαίνω
A ren.
aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic)
ἐφάνην , φαίνω
A ren.
aor ind pass 1st sg
ἐφάνην , φανάω
imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic)
ἐφάνην , φανάω
imperf ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • φανῆν — φαίνω A ren. aor inf act (epic doric) φαίνω A ren. fut inf act (epic doric) φανάω pres inf act (doric ionic) φανάω pres inf act (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φανήν — φανή torch fem acc sg (attic epic ionic) φᾱνήν , φανός 1 shining fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CAPPADOCIA — Aliae regio ampla mari Euxino exposita, inter Galatiam ad occidemptem et. Armetniam minotem ad ortum contenta, introrsus in austrum usque ad Ciliciae sines Taurô monte dividente extensa, Plin. l. 6. c. 8. Strab. 1. 12. Huius praeses, Cl.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • θρυπτοφανάση — η (βιοχ.) ένζυμο που περιέχεται σε ορισμένα βακτήρια και το οποίο καταλύει τον σχηματισμό ινδολίου από θρυπτοφάνη. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. tryptophanase < trypto (πρβλ. τρύω «αναλώνω, καταστρέφω) + phan (πρβλ. ε φάνην τού φαίνω) +… …   Dictionary of Greek

  • μωροφανής — μωροφανής, ές (Α) 1. ολοφάνερα μωρός 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ μωροφανές ολοφάνερη μωρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο) * (< μωρός) + φανής (< θ. φαν , πρβλ. ἐ φάνην, αόρ. τού φαίνομαι), πρβλ. μεγαλο φανής, χρυσοφανής] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.